Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Χτίζεις, χτίζεις , χτίζεις... όλη σου τη ζωή χτίζεις... και σε μια μικρή στιγμούλα... ανεπαίσθητη... περνάει ένας δυνατός άνεμος και στα γκρεμίζει όλα!

Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο!


"...Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.

Όμως μέσα σ' αυτό το λίγο σου, σ' αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.

Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.

Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ' έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.

Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.

Για μια τέτοια κίνηση!

Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!

Για μια τέτοια κίνηση!

Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ' έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ' την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της..."

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Παραμύθια και πραγματικότητες


Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε με αγωνία έξω απο το παράθυρο, η στέγη της εκκλησίτσας απένατυ ήταν γεμάτη χιόνια. Πολύ το χάρηκε!

Όταν χτές το βράδυ ο Αλέξανδρος την ξύπνησε για να της πεί οτι χιονίζει πάλι, κοιμήθηκε ευχόμενη να είναι μικρή η νύχτα και όταν σηκωθεί το χιόνι να την περιμένει απλωμένο σαν χαλί έξω απο το σπίτι.


....



Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και σηκώθηκε να φτιάξει πρωινό. Τιτίβιζε σαν πουλάκι ευτυχισμένο ανάνμεσα στο φερσκοψημένο ψωμί, το νερό που βράζει και τα αυγά που του ετοίμαζε κάθε πρωί.

Βάζει στο τραπέζι το πρωινό του παραμερίζοντας λίγο την εφημερίδα του για να του δείξει πού βρίσκεται το πιάτο και πάει πίσω στην κουζίνα να φτιάξει τον καφέ της. Εκείνος πρίν καλά καλά βράσει το νερό έχει ήδη φάει και αφοσιωμένος στην εφημερίδα του της ζητάει ένα ποτήρι νερό.

«Πάλι μόνη μου θα φάω», σκέφτεται... αλλά σήμερα τίποτα δεν μπορεί να της χαλάσει τη διάθεση! Έξω είναι όλα άσπρα και την περιμένουν...

Τόσα χρόνια μαζί με τον Αλέξανδρο, έχει συνηθίσει.

Ανοίγει το βιβλίο της και χάνεται στις περιγραφές της Αλκυόνης Παπαδάκη. Εκεί, μέσα στις σελίδες της, πάνω απο τον αχνιστό καφέ, ονειρεύεται και τη δική της ζωή. Τον έρωτα που δεν τελειώνει, τα ηλιόλουστα χιονισμένα πρωινά δίπλα στο τζάκι, τα καλοκαίρια κάτω απο τα δέντρα της αυλής στο χωριό...

Πάντα μαζί με τον Αλέξανδρο. Βασιλιάς σε όλα της τα όνειρα.

Κι ας τρώει το πρωινό του μοναχός πρίν προλάβει εκείνη να καθίσει στο τραπέζι.